σύμφρων

σύμφρων
σύμφρων, ονος, , , ([etym.] φρήν)
A of one mind, brotherly, A.Ag.110 (lyr.): c. dat., agreeing, Pl.Ep.324b.
2 favouring, propitious,

θεοί A.Ch.802

(lyr.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • σύμφρων — of one mind masc/fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμφρων — ονος, ὁ, ἡ, Α 1. αυτός που έχει την ίδια γνώμη, την ίδια άποψη με άλλον 2. ευνοϊκός («οἵ τ ἔσω δωμάτων πλουτογαθῆ μυχὸν νομίζεται, κλῡτε, σύμφρονες θεοί», Αισχύλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + φρων (< φρήν, φρενός), πρβλ. ἐπί φρων] …   Dictionary of Greek

  • συμφρῶν — συμφράζομαι join in considering fut part act masc voc sg συμφράζομαι join in considering fut part act neut nom/voc/acc sg συμφράζομαι join in considering fut part act masc nom sg (attic epic ionic) συμφράζω join in considering fut part act masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμφρόνων — σύμφρων of one mind masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμφρονα — σύμφρων of one mind masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμφρονας — σύμφρων of one mind masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμφρονες — σύμφρων of one mind masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμφρονι — σύμφρων of one mind masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμφρονος — σύμφρων of one mind masc/fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύμφροσι — σύμφρων of one mind masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμφρονικός — ή, όν, Μ [σύμφρων, ονος] φρόνιμος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”